
Χαιρετώ τους αναγνώστες του anthem.gr!
Πρώτη μέρα του φθινόπωρου σήμερα!
Ένα ακόμα καλοκαίρι της ζωής μας ανήκει πια στις αναμνήσεις και μαζί του,άφησε εικόνες, σκέψεις αλλά και ανάμεικτα συναισθήματα!
Τουλάχιστον το δικό μου καλοκαίρι ήταν το πιο ήρεμο και λυτρωτικό που εχω ζήσει εδώ και πολλά χρόνια! Μου έδωσε απαντήσεις που έψαχνα καιρό, μου έφερε αυθόρμητα και συγκυριακά ανθρώπους στην ζωή μου που απ’ ότι αποδείχθηκε, τους χρειαζόμουν όσο τίποτα.
Η ζωή πάντα ξέρει όσο και αν εμείς το αμφισβητούμε…
Μαζί με ολα αυτά όμως, αυτό το καλοκαίρι έφερε ερωτήματα, απαντήσεις αλλά και αναζητήσεις οι οποίες μετά απο συζητήσεις με είχα κυρίως με ανθρώπους τις γενιάς μου, όλες κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα.
Έτσι αποφάσισα ένα κομμάτι απο αυτές τις σκέψεις να το μοιραστώ με τον πιο άμεσο τρόπο που ξέρω.
Ο τίτλος του σημερινού Past Forward ίσως σου κάνει λίγη εντύπωση σε σχέση με τα υπόλοιπα άρθρα μου. Συνήθως εδώ μέσα γυρνάμε πίσω σε εποχές, καλτίλες, παλιές συνήθειες, μουσικές, παλιά καλή τηλεόραση και γενικά σε όλα εκείνα που μας έκαναν αυτούς που είμαστε σήμερα.Αλλά μιας και αποχαιρετήσαμε το καλοκαίρι, είπα αυτή τη φορά να γυρίσουμε λίγο διαφορετικά στο παρελθόν και να μιλήσουμε για συναισθήματα, φιλίες αλλά και έρωτες! Καλοκαιρινούς και όχι μόνο…
Για εκείνα τα βλέμματα που κράτησαν λίγο παραπάνω, για τις ιστορίες που ξεκίνησαν χωρίς πρόγραμμα, για τα μηνύματα που γράφτηκαν και δεν στάλθηκαν ποτέ και για ανθρώπους που γνωρίσαμε για λίγο, αλλά τους θυμόμαστε ακόμα.
Για κάποιους χάθηκαν απ’ την ζωή μας,για εκείνες τις ιστορίες που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ αλλα κυρίως για εκείνα που φοβηθήκαμε να ζήσουμε!
Θα δούμε όλες της πλευρές αυτού του συναίσθηματος απο μια γενιά που έμαθε να φοβάται να ζήσει και να πει οσα αισθάνεται κάτω απο τα “πρέπει” των κοινωνικών στερεότυπων και το “πέπλο” της απόρριψης.
Τι λέτε; Αρχίζουμε λοιπόν;
Υπάρχουν άνθρωποι που περνάνε από τη ζωή μας και τους θυμόμαστε για χρόνια, παρότι μπορεί να τους γνωρίσαμε για λίγες μόνο ώρες. Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια κουβέντα που κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, γεννιέται εκείνο το συναίσθημα που δεν χρειάζεται πολλές εξηγήσεις.
Ο έρωτας!
Ο καλοκαιρινός έρωτας είχε πάντα κάτι διαφορετικό. Ίσως γιατί το καλοκαίρι μας έκανε πιο ελεύθερους. Ίσως γιατί νιώθαμε ότι ο χρόνος σταματούσε για λίγο. Ίσως γιατί κάποτε δεν αναλύαμε τόσο πολύ τα πάντα. Δεν ψάχναμε red flags πριν γνωρίσουμε τον άλλον, δεν μετρούσαμε ποιος έστειλε πρώτος και δεν προσπαθούσαμε να προβλέψουμε από την πρώτη μέρα πώς θα τελειώσει μια ιστορία , που δεν είχε καν αρχίσει.
Κάποτε αρκούσε ένα βλέμμα για να ανάψει μια φωτιά.
Σήμερα, στα τριάντα και κάτι, το βλέμμα είναι ακόμα εκεί. Η φωτιά επίσης. Μόνο που μαζί τους ήρθαν το άγχος, οι απογοητεύσεις, οι οικονομικές δυσκολίες, οι συγκρίσεις, οι προσδοκίες των άλλων και ένας μόνιμος φόβος μήπως κάνουμε λάθος.
Και κάπου εκεί γεννιέται ένα ερώτημα που όσο μεγαλώνουμε γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αγνοήσουμε. Μήπως τελικά δεν χάσαμε την ικανότητα να ερωτευόμαστε; Μήπως απλώς φοβηθήκαμε να ζήσουμε τους έρωτες που μας βρήκαν;
Όταν ένα βλέμμα αρκούσε…
Κάποια καλοκαίρια δεν τα θυμάσαι για την παραλία, το ξενοδοχείο ή εκείνη την ταβέρνα που πλήρωσες μια χωριάτικη όσο ένα μικρό καταναλωτικό δάνειο.Τα θυμάσαι για έναν άνθρωπο… Για ένα βλέμμα!
Για εκείνα τα δύο ή τρία δευτερόλεπτα που κοιτάχτηκες με κάποιον σχεδόν άγνωστο και, χωρίς να έχει ειπωθεί απολύτως τίποτα, είχε ήδη ειπωθεί σχεδόν όλη η ιστορία. Ξέρεις ποια στιγμή λέω.
Είσαι κάπου. Σε ένα μπαρ, σε μια παραλία, σε ένα νησί, σε μια συναυλία, σε διακοπές. Δεν έχει σημασία. Κοιτάζεις απέναντι και κάποιος σε κοιτάζει ήδη. Γυρνάς αλλού, ξανακοιτάς και ξανακοιτάζει.
Και ξαφνικά υπάρχει αυτή η παράλογη ένταση…
Δεν ξέρεις τι άνθρωπος είναι. Δεν ξέρεις τι δουλειά κάνει. Δεν ξέρεις αν αφήνει τα άπλυτα δίπλα στο καλάθι αντί μέσα, αν πιστεύει στα ζώδια, αν βάζει ανανά στην πίτσα, αν τρώει όλα τα φαγητά ή αν έχει δυσανεξία σε κάτι! Στοιχεία τα οποία, προφανώς, θα έπρεπε να εξετάζονται σοβαρά πριν από οποιαδήποτε μακροχρόνια δέσμευση.
Ξέρεις όμως κάτι… Ότι κάτι συνέβη.
Ο έρωτας, ή έστω η πρώτη σπίθα του, είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα που εξακολουθούν να ξεγελούν τη λογική μας. Δύο άνθρωποι μπορεί να γνωρίζονται πέντε λεπτά και να έχουν ήδη αρχίσει να μιλούν με τα μάτια. Να γελούν λίγο διαφορετικά όταν κοιτάζονται, να ψάχνουν αφορμές για να συνεχίσουν την κουβέντα, να προσπαθούν να βρουν μια δικαιολογία για να σταθούν λίγο πιο κοντά.
Και εκεί είναι ίσως όλη η μαγεία!
Δεν υπάρχουν βιογραφικά και λίστες. Δεν έχει προηγηθεί συνέντευξη για τη θέση του μελλοντικού συντρόφου. Υπάρχει μόνο μια αίσθηση. Αυτό το κάτι! Και οι άνθρωποι, όσο κι αν μας αρέσει να πιστεύουμε ότι έχουμε εξελιχθεί σε υπερλογικά όντα που λειτουργούν αποκλειστικά βάσει δεδομένων, όταν συμβαίνει αυτό το κάτι επιστρέφουμε όλοι σε μια πολύ απλή κατάσταση. Θέλουμε να πάμε προς τον άλλον.
Το θέμα είναι ότι πολλές φορές δεν πάμε…
Πότε αρχίσαμε να φοβόμαστε τόσο;
Δεν ξέρω αν είναι θέμα ηλικίας ή εποχής. Πιθανότατα είναι ένας ωραιότατος συνδυασμός όλων των παραπάνω, γιατί όταν κάτι μπορεί να γίνει απλό, εμείς οι άνθρωποι έχουμε μια ιδιαίτερη ικανότητα να του βάζουμε δεκαεπτά επιπλέον επίπεδα δυσκολίας.
Στα δεκαοκτώ ή στα είκοσι , τα πράγματα ήταν πιο άμεσα. Σου άρεσε κάποια; Το ήξεραν οι φίλοι σου πριν το καταλάβεις εσύ. Σου άρεσε κάποιος; Υπήρχε μια ολόκληρη επιχείρηση φίλων και φίλων των φίλων για να μάθεις αν «παίζει κάτι».
Υπήρχε εκείνη η αφέλεια, και το λέω με την καλύτερη έννοια, ότι αν κάτι σου έκανε καλό, το πλησίαζες. Μπορεί να έτρωγες τα μούτρα σου, μπορεί να έστελνες μήνυμα και να μην έπαιρνες απάντηση, μπορεί να έκανες οκτώ ώρες να γράψεις ένα SMS 160 χαρακτήρων, να το σβήσεις δεκατέσσερις φορές και τελικά να στείλεις ένα αριστούργημα επιπέδου «Τι κάνεις;».
Αλλά το έστελνες.
Σήμερα έχουμε άπειρους τρόπους επικοινωνίας και έχουμε γίνει εξαιρετικοί στο να μην επικοινωνούμε! Έχουμε reactions, stories, likes, close friends, DMs, emojis, typing indicators και τη δυνατότητα να γνωρίζουμε σε πραγματικό χρόνο αν κάποιος έφαγε σούσι ή μπέργκερ στο Κουκάκι.
Και παρ’ όλα αυτά μπορεί να δυσκολευόμαστε αφάνταστα να πούμε «μου αρέσεις», «θέλω να σε δω», «μου έλειψες» ή απλώς «θέλω να δω πού μπορεί να πάει αυτό».
Όσο μεγαλώνουμε το πράγμα φαίνεται να γίνεται ακόμα δυσκολότερο, γιατί πλέον δεν βλέπουμε μόνο τον άνθρωπο μπροστά μας. Βλέπουμε και όλη την πιθανή καταστροφή που μπορεί να ακολουθήσει.
Η γενιά που μεγάλωσε με το «πρόσεχε»
Η γενιά των σημερινών τριάντα…κάτι μεγάλωσε σε μια πολύ περίεργη συνθήκη. Από τη μία είχαμε γονείς που, κατά κανόνα, μας έλεγαν να είμαστε προσεκτικοί. Να έχουμε μια καλή δουλειά, να έχουμε σπουδές, να έχουμε κάτι σίγουρο, να μην κάνουμε τρέλες και να σκεφτόμαστε το μέλλον.
Και προφανώς δεν το έκαναν από κακία. Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να μας προστατεύσουν με τα εργαλεία που είχαν.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα εργαλεία είχαν κατασκευαστεί σε άλλη εποχή.
Σε μια εποχή όπου το «δουλεύω, νοικιάζω ή αγοράζω σπίτι, κάνω οικογένεια και προχωράω» ήταν πολύ πιο ρεαλιστικό από ό,τι είναι σήμερα.
Εμείς ενηλικιωθήκαμε μέσα σε οικονομική κρίση, εργασιακή ανασφάλεια, αλλεπάλληλες αυξήσεις στο κόστος ζωής και ένα στεγαστικό πρόβλημα που μόνο θεωρητικό δεν είναι.
Άρα κάπου εδώ το «εγώ στην ηλικία σου είχα ήδη δύο παιδιά» παύει να είναι συμβουλή και αρχίζει να ακούγεται λίγο σαν να συγκρίνεις τις τιμές στα σουβλάκια του 1998 με το σήμερα.
Ναι, πατέρα. Ναι, μητέρα. Το ξέρουμε! Στην ηλικία μας εσείς είχατε ήδη οικογένεια. Εμείς στην ηλικία μας έχουμε premium συνδρομή στο Netflix, δύο κοινόχρηστα απλήρωτα και ψάχνουμε αν η ΔΕΗ δέχεται διακανονισμό.
Και μέσα σε όλο αυτό πρέπει παράλληλα να ερωτευτούμε.

«Εσύ πότε θα παντρευτείς;»
Υπάρχει και αυτή η αγαπημένη ερώτηση, που εμφανίζεται συνήθως στα οικογενειακά τραπέζια, κάπου μετά το κυρίως και πριν τα φρούτα. «Εσύ πότε θα παντρευτείς;», «Παιδάκι δεν σκέφτεσαι;», «Να κάνεις οικογένεια όσο είσαι ακόμα νέος».
Οι ερωτήσεις αυτές συνήθως γίνονται με αγάπη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν κουβαλάνε βάρος.
Γιατί πολλές φορές εμείς οι ίδιοι δεν ξέρουμε καν αν μπορούμε να σχεδιάσουμε τι θα γίνει σε έξι μήνες. Δεν σημαίνει ότι κάθε νέος άνθρωπος δεν κάνει παιδί επειδή δεν έχει λεφτά, ούτε φυσικά ότι όλοι θέλουν να κάνουν παιδιά. Οι ανθρώπινες επιλογές είναι πολύ πιο σύνθετες.
Αλλά θα ήταν αστείο να προσποιούμαστε ότι η οικονομική και εργασιακή ανασφάλεια δεν βρίσκεται μέσα στην εξίσωση.
Και όταν μεγαλώνεις νιώθοντας ότι πρέπει συνεχώς να τσεκάρεις κουτάκια στη λίστα, δουλειά, σπίτι, σχέση, γάμος, παιδί, εύκολα αρχίζεις να αντιμετωπίζεις και τον έρωτα σαν project!
Κάποτε γνώριζες έναν άνθρωπο και σκεφτόσουν απλώς «μου αρέσει». Τώρα σκέφτεσαι «μου αρέσει, αλλά πού πάει; Είναι συναισθηματικά διαθέσιμος; Ταιριάζουν οι στόχοι μας; Μήπως είναι red flag; Μήπως είμαι εγώ red flag; Μήπως είναι πολύ νωρίς; Μήπως είναι πολύ αργά; Μήπως αν στείλω πρώτος φανώ διαθέσιμος;».
Έχουμε κάνει τη συναισθηματική διαθεσιμότητα να μοιάζει με στρατηγικό παιχνίδι.
Και κάπου ανάμεσα στα red flags,τα αγαπημένα μας situationships και όλη την ψυχολογική ορολογία, που πολλές φορές είναι πραγματικά χρήσιμη, ξεχνάμε κάτι πολύ βασικό.
Κάποια πράγματα πρέπει πρώτα να τα ζήσεις για να μάθεις τι είναι.
Δεν μπορείς να ελέγξεις από πριν έναν έρωτα. Δεν μπορείς να εγγυηθείς ότι δεν θα πληγωθείς και δεν μπορείς να ξέρεις αν ο άνθρωπος που γνώρισες ένα βράδυ τον Αύγουστο θα είναι μια ιστορία τριών ημερών, τριών χρόνων ή ένας άνθρωπος που θα θυμάσαι στα εβδομήντα σου.
Και ίσως αυτή ακριβώς να είναι η ομορφιά του.
Όταν δύο άνθρωποι μιλάνε με τα μάτια
Για μένα εκεί βρίσκεται όλο το θέμα. Σε αυτή την ακατανόητη στιγμή που δύο άνθρωποι κοιτάζονται και κάτι αλλάζει στον χώρο γύρω τους.Και ξέρω ότι ακούγεται ρομαντικό. Ε, λοιπόν, ας ακουστεί!
Έχουμε γίνει τόσο κυνικοί πλέον, που λες και πρέπει να απολογούμαστε αν πιστεύουμε ακόμα ότι υπάρχει κάτι μαγικό στο να ερωτεύεσαι.Και πιστέψτε με υπάρχει!
Και είναι από τα πιο μοναδικά πράγματα που μπορεί να σου συμβούν.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τον άλλον χρόνια. Υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζονται μια δεκαετία και δεν έχουν κοιταχτεί ποτέ πραγματικά. Και υπάρχουν δύο σχεδόν άγνωστοι που κοιτάζονται ένα βράδυ και για λίγα δευτερόλεπτα φαίνεται σαν να καταλαβαίνει ο ένας κάτι από τον άλλον που δεν εξηγείται.
Το βλέμμα μένει λίγο παραπάνω, το χαμόγελο αλλάζει και υπάρχει εκείνο το ανεπαίσθητο «σε βλέπω». Και μετά αρχίζει η φωτιά…
Δεν χρειάζεται να έχει συμβεί τίποτα ακόμα. Δεν χρειάζεται καν να έχουν ακουμπήσει. Το σώμα έχει ήδη καταλάβει πριν προλάβει το μυαλό να κάνει meeting.
Αυτό το πράγμα είναι ο έρωτας στην πιο πρωτόγονη εκδοχή του. Ένα βλέμμα, μια έλξη, μια περιέργεια και η ανάγκη να μάθεις ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος. Να τον ακούσεις, να καθίσεις κοντά του, να γελάσεις λίγο περισσότερο απ’ όσο δικαιολογεί το αστείο του και να δεις αν όλη αυτή η φωτιά που άναψε από δύο βλέμματα μπορεί να γίνει κάτι πραγματικό.
Και κάπου εκεί μπαίνει ο φόβος!

Μην εκτεθείς, μην κολλήσεις, μην ενθουσιαστείς…
«Μην εκτεθείς», «μην κολλήσεις», «μην δείξεις ότι ενδιαφέρεσαι περισσότερο», «περίμενε να στείλει», «αν ήθελε θα έκανε κίνηση», «μην ενθουσιάζεσαι».
Έχουμε ακούσει τόσες φορές ότι πρέπει να προστατεύουμε τον εαυτό μας, που μερικές φορές καταλήγουμε να προστατευόμαστε και από ό,τι θα μπορούσε να μας κάνει ευτυχισμένους.
Και δεν λέω να αγνοούμε τα σημάδια, ούτε να βαφτίζουμε κάθε τοξική κατάσταση μεγάλο έρωτα. Αλλά άλλο η αυτοπροστασία και άλλο το συναισθηματικό lockdown. Άλλο να έχεις όρια και άλλο να έχεις χτίσει τέτοιο τείχος που κανένας δεν μπορεί πλέον να περάσει.
Γιατί κάπου πρέπει να ρισκάρεις. Έρωτας χωρίς ρίσκο δεν υπάρχει!
Για να πεις σε κάποιον «μου αρέσεις», πρέπει να δεχτείς την πιθανότητα να μην αισθάνεται το ίδιο. Για να φιλήσεις κάποιον, πρέπει να υπάρξει μια στιγμή στην οποία δεν γνωρίζεις εκατό τοις εκατό πώς θα εξελιχθεί η ιστορία. Για να αγαπήσεις, πρέπει κάποια στιγμή να παραδώσεις ένα μέρος του ελέγχου.Και αυτό μάλλον είναι που μας δυσκολεύει περισσότερο σήμερα!
Η γενιά της σύγκρισης
Απο την άλλη υπάρχει βέβαια και ο άλλος μεγάλος εχθρός. Η σύγκριση!
Παλιά συγκρινόσουν με τον ξάδερφό σου. Τώρα συγκρίνεσαι με περίπου τέσσερα δισεκατομμύρια ανθρώπους πριν καν σηκωθείς από το κρεβάτι.
Ανοίγεις Instagram και ο ένας παντρεύεται, η άλλη κάνει παιδί, ο τρίτος αγόρασε σπίτι, κάποιος άλλος ταξιδεύει στην Ιαπωνία και ένας τύπος 24 ετών σου εξηγεί πώς έγινε εκατομμυριούχος δουλεύοντας τέσσερις ώρες τον μήνα! Κατά έναν περίεργο τρόπο, βέβαια, στο τέλος θέλει πάντα να σου πουλήσει και κάποιο online course ή προιόν που του ”άλλαξε” την ζωή.
Και εσύ κάθεσαι στο σπίτι με το κινητό στο χέρι και σκέφτεσαι «μήπως έχω μείνει πίσω;».
Mάντεψε. Δεν έχεις μείνει πίσω!
Απλώς η ζωή δεν είναι leaderboard. Δεν υπάρχει σωστή ηλικία για όλα, δεν υπάρχει μία διαδρομή και κυρίως δεν υπάρχει άνθρωπος που έχει λύσει τη ζωή και εμείς απλώς χάσαμε το σχετικό manual (σαν το ΟΑΚΑ ένα πράμα).
Ίσως λοιπόν αυτό που μας πήραν τελικά τα χρόνια να μην είναι η ικανότητα να ερωτευόμαστε. Αυτή υπάρχει. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος μπαίνει σε έναν χώρο και για κάποιο λόγο παρατηρείς αμέσως ότι μπήκε, καταλαβαίνεις ότι υπάρχει.
Ίσως αυτό που χάσαμε είναι η ευκολία να το παραδεχτούμε.
Στα 20 μας φοβόμασταν την απόρριψη. Στα τριάντα τρία φοβόμαστε την απόρριψη, την απογοήτευση, την απώλεια χρόνου, το λάθος timing και το αν θα μπορέσουμε να συνδυάσουμε δύο ζωές που έχουν ήδη αποκτήσει υποχρεώσεις, τραύματα, δουλειές, πρώην, οικογένειες, άγχη και Google Calendars.
Λογικό…
Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα.
Η ζωή δεν περιμένει να ξεκαθαρίσουν όλα. Ούτε ο έρωτας!
Οι έρωτες που έμειναν στο «κι αν;»
Ίσως λοιπόν το θέμα δεν είναι οι καλοκαιρινοί έρωτες που ζήσαμε, αλλά εκείνοι που φοβηθήκαμε να ζήσουμε.
Ο άνθρωπος που κοιτάξαμε για λίγο περισσότερο αλλά δεν πλησιάσαμε. Το μήνυμα που γράψαμε και σβήσαμε. Το «θέλω να σε δω» που μετατράπηκε σε ένα αδιάφορο reaction σε story. Το φιλί που θα μπορούσε να γίνει αλλά κάποιος από τους δύο έκανε πίσω. Η ιστορία που δεν μάθαμε ποτέ πού θα κατέληγε, επειδή αποφασίσαμε να την τελειώσουμε πριν καν αρχίσει.
Και αυτά είναι ίσως τα πιο παράξενα απωθημένα.
Για μια σχέση που έζησες, κάποια στιγμή μπορείς να πεις «έκανα ό,τι μπορούσα». Για μια σχέση που δεν ξεκίνησε ποτέ, υπάρχει πάντα εκείνο το ενοχλητικό «κι αν;».To λεγόμενο «what if» στις ζωές μας , που έχουμε αναλήσει και σε Past Forward podcast με τον Νικόλα παλαιότερα.
Και αυ το «κι αν» έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Δεν μπορεί ποτέ να απογοητεύσει, γιατί δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα. Μπορεί να παραμένει τέλειο για πάντα.

Δεν χρειάζεται κάθε έρωτας να κρατάει για πάντα!
Ίσως πρέπει να σταματήσουμε να κοιτάμε κάθε ανθρώπινη σχέση με όρους απόδοσης.
Δεν χρειάζεται κάθε άνθρωπος που γνωρίζουμε να είναι «ο άνθρωπός μας». Δεν χρειάζεται κάθε καλοκαιρινή γνωριμία να φτάσει σε γάμο για να άξιζε και δεν χρειάζεται κάθε έρωτας να κρατήσει για πάντα για να ήταν αληθινός.
Μερικοί άνθρωποι περνάνε από τη ζωή μας για λίγο και αυτό το λίγο μπορεί να είναι αρκετό για να αλλάξει κάτι μέσα μας.
Να θυμηθούμε ότι μπορούμε ακόμα να ενθουσιαστούμε, να ξενυχτήσουμε επειδή μιλούσαμε, να χαμογελάσουμε κοιτώντας την οθόνη σαν ηλίθιοι, να περιμένουμε να εμφανιστεί κάποιος, να νιώσουμε εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι και να κοιταχτούμε με έναν άνθρωπο και να ανάψουν φωτιές χωρίς να έχει συμβεί τίποτα άλλο. Να κοιταχτούμε και τα πρόσωπα μας να φωτίσουν. Χωρίς να μας νοιάζει αν αυτο είναι σωστό ή λάθος, αν πρέπει ή δεν πρέπει! Και στο κάτω κάτω ποιός αποφασίζει αν «πρέπει»;
Πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να φοβόμαστε;
Μας έμαθαν να φοβόμαστε μην πληγωθούμε και είναι λογικό. Κανείς δεν θέλει να πονέσει.
Αλλά μεγαλώνοντας αρχίζω να σκέφτομαι ότι υπάρχει και κάτι άλλο που αξίζει να φοβόμαστε. Να περάσουν τα χρόνια και να συνειδητοποιήσουμε ότι, σε μια προσπάθεια να αποφύγουμε κάθε πιθανό πόνο, αποφύγαμε μαζί και ένα σωρό πιθανές χαρές.
Να έχουμε προστατευτεί τόσο καλά από τη ζωή, ώστε τελικά να μην την έχουμε ζήσει…
Αν πρέπει να κρατήσω κάτι από όλους εκείνους τους καλοκαιρινούς έρωτες, τους πραγματικούς, τους μισούς, τους ανεκπλήρωτους, αυτούς που έμειναν σε ένα βλέμμα και αυτούς που έγιναν ιστορία, είναι ίσως αυτό.
Δεν χρειάζεται κάθε φωτιά να κρατήσει για πάντα.
Αλλά όταν δύο άνθρωποι κοιταχτούν και ανάψει, ίσως καμιά φορά να αξίζει απλώς να πλησιάσουν λίγο περισσότερο.
Γιατί μπορεί να καείς.
Μπορεί όμως και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, να νιώσεις πραγματικά ζωντανός!
Μέχρι να ξανερθει αυτη η στιγμή και αυτος ο ερωτας στην ζωή σας να ζείτε την καθε στιγμή, να φροντίζετε τον εαυτό σας, να γεμίζετε τη μέρα σας με γέλιο και θετική διάθεση και μην ξεχνάτε να ακούτε τα Past Forward Podcast για καλτίλες και διάφορες ιστορίες, αλλά και να διαβάζετε τα άρθρα μας στο anthem.gr για ακόμα περισσότερες αναμνήσεις και σκέψεις.
Κρατήστε τα μάτια και τα αυτιά σας ανοιχτά… πάντα με χαμόγελο!
Υ.Γ Κινητήριος έμπνευση για αυτό το άρθρο ήταν μια λίστα στο Spotify με τραγούδια του Μιχάλη Χατζηγιάννη!Γιατί όποιος ξέρει….ξέρει.