Καλησπέρα σε όλους τους φίλους του anthem.gr, αυτό είναι το δεύτερο μέρος του αφιερώματος μας στην ελληνική μουσική σκηνή και όσα έγιναν φέτος. Σε αυτό θα δούμε τους πρωτοεμφανιζόμενους που ξεχώρισα καθώς και τις απώλειες που είχαμε φέτος. Μπορείτε να διαβάσετε το πρώτο μέρος του αφιερώματος εδώ.
Ποιοι πρωτοεμφανιζόμενοι ξεχώρισαν;
Papazo (Βασίλης Παπαζώτος)
Για μένα ο Papazo, ή αλλιώς ο Βασίλης Παπαζώτος, είναι από εκείνους τους καλλιτέχνες που πραγματικά μου έμειναν μέσα στη χρονιά. Όχι μόνο για τη φωνή του ή τα τραγούδια του, αλλά κυρίως για τον τρόπο που κατάφερε να στήσει έναν δικό του μικρό κόσμο, σχεδόν μαγικό, πάνω στο μπαλκόνι του στον Λυκαβηττό. Κάθε φορά, με ένα λιτό setup χωρίς φανφάρες, φέρνει τον κόσμο πιο κοντά στη μουσική μέσα από ζωντανές εκτελέσεις και διασκευές που βρίσκουν αμέσως τον δρόμο τους στα social media και μοιάζουν απίστευτα ζωντανές.Το «Μπαλκόνι του Papazo» δεν το βλέπω απλώς σαν ένα viral project της εποχής. Είναι περισσότερο μια γιορτή, ένα ανοιχτό κάλεσμα στη μουσική και στη συνύπαρξη, που μεγαλώνει όσο περνά ο καιρός. Το γεγονός ότι από εκεί έχουν περάσει καλλιτέχνες όπως ο Γιάννης Πλούταρχος, η Ηρώ και ο Κωστής Μαραβέγιας, λέει πολλά από μόνο του και δείχνει πως έχει δημιουργηθεί ένα όμορφο, ζωντανό δίκτυο συνεργασιών χωρίς ίχνος επιτήδευσης.
Αυτό που μου αρέσει περισσότερο, όμως, είναι πως όλη αυτή η αναγνώριση, ακόμα και η βράβευσή του στα MAD ως Πρωτοεμφανιζόμενος Καλλιτέχνης, που προσωπικά τη θεωρώ από τις πιο δίκαιες επιλογές που έχουν γίνει ποτέ στη συγκεκριμένη κατηγορία, δεν φαίνεται να τον έχει αλλάξει καθόλου. Παραμένει ο ίδιος άνθρωπος, με χιούμορ, ειλικρίνεια και μια ζεστασιά που σε κάνει να νιώθεις ότι δεν είσαι απλός θεατής, αλλά μέρος της διαδικασίας. Ίσως γι’ αυτό τον θεωρώ σήμερα μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ξεχωριστές παρουσίες στην ελληνική μουσική σκηνή.
Τους τελευταίους μήνες αυτή τη ζεστασιά την έχει μεταφέρει και στο Green Park, στο Πεδίον του Άρεως, μαζί με μια πολύ όμορφη παρέα μουσικών. Είναι από εκείνες τις εμφανίσεις που πας χωρίς μεγάλες προσδοκίες και φεύγεις γεμάτος, σίγουρος ότι άξιζε τον χρόνο σου.
Χρήστος Βέργος
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999 και τα πρώτα του βήματα στη μουσική τα έκανε το 2020, έχοντας για στούντιο ένα γκαράζ στην Πετρούπολη. Εκεί άρχισε να ηχογραφεί και να κυκλοφορεί τα πρώτα του κομμάτια, με έναν τρόπο απλό και σχεδόν αυθόρμητο. Λίγους μήνες αργότερα, ένα από αυτά βρήκε τον δρόμο του μέχρι τη μουσική εκπομπή «Μουσικό Κουτί» της ΕΡΤ, κάτι που του έδωσε τη δυνατότητα να ακουστεί από περισσότερο κόσμο. Από εκεί και μετά η πορεία του πήρε πιο σταθερή μορφή, με τρεις προσωπικούς δίσκους, το «Ξύπνησα Νύχτα», το «Ψάχνω» και το «Κίτρινο Φως», που κυκλοφόρησαν το 2021, το 2023 και το 2025 αντίστοιχα.
Εγώ, πάντως, τον γνώρισα τελείως τυχαία το καλοκαίρι, μέσα από ένα βίντεο στο TikTok, με αφορμή τη μεγάλη επιτυχία του «Θα μείνω». Μια γλυκιά μπαλάντα που σε παίρνει μαζί της από την πρώτη κιόλας νότα. Η φωνή του, αισθαντική αλλά χωρίς ίχνος υπερβολής, με κέρδισε σχεδόν αμέσως. Δεν χρειάστηκε τίποτα παραπάνω από λίγα δευτερόλεπτα και μια λιτή, δωρική ερμηνεία για να καταλάβω ότι εδώ υπάρχει κάτι ξεχωριστό. Από εκείνες τις φωνές που στη μουσική τις λες «φωνές έμπνευσης», γιατί έχουν αυτό το ανεξήγητο στοιχείο που το ακούς, το αναγνωρίζεις και το νιώθεις χωρίς δεύτερη σκέψη.
Μετά από αυτό μπήκα και άκουσα ολόκληρη τη δισκογραφία του. Τρεις δίσκοι, ο καθένας με το δικό του ηχόχρωμα και τη δική του ταυτότητα. Ροκ στοιχεία, μπαλάντες, funk και folk επιρροές, όλα δεμένα όμορφα μεταξύ τους, με μελωδίες που κυλάνε φυσικά. Η ερμηνεία του Χρήστου, σε συνδυασμό με έναν στίχο γεμάτο προβληματισμό και συναίσθημα, συνθέτουν ένα μουσικό ταξίδι που δύσκολα σε αφήνει αδιάφορο. Ένα ταξίδι που έκανα κι εγώ και από τότε κέρδισε έναν ακόμα ακροατή, ενώ εγώ έναν καλλιτέχνη που μπήκε για τα καλά στη λίστα μου στο Spotify και σίγουρα στα live που θα θέλω να παρακολουθώ. Αν μου επιτρέπεται μια προτροπή, αξίζει να κάνετε κι εσείς αυτό το ταξίδι, γιατί δύσκολα θα βγείτε χαμένοι.
Υ.Γ. Το «Θα μείνω» στάθηκε και η αφορμή να ξαναγράψω στίχο μετά από αρκετούς μήνες. Με αυτό το τραγούδι να παίζει από κάτω και κοιτώντας μια φωτογραφία που μου έστειλε ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο, με φόντο μια πόλη φωτισμένη όμορφα μέσα στη νύχτα. Με ταξίδεψε τόσο, που το χέρι μου άρχισε να γράφει σχεδόν μόνο του. Και μόνο αυτό, για μένα, λέει πάρα πολλά.
Συναυλίες που ξεχώρισα
1) Green Day, 6 Ιουλίου, EJEKT Festival, ΟΑΚΑ
2) London Grammar, 11 Ιουλίου, Release Athens 2025, Πλατεία Νερού
3) Cypress Hill, Kneecap, 13 Ιουλίου, Rockwave Festival, Terra Vibe, Μαλακάσα
4) Alice Cooper, 11 Ιουλίου, Rockwave Festival, Terra Vibe, Μαλακάσα
5) Kylie Minogue, 18 Ιουλίου, Release Athens 2025, Πλατεία Νερού
6) Gojira, 19 Ιουλίου, Release Athens 2025, Πλατεία Νερού
7) Dream Theater, 23 Ιουλίου, Release Athens 2025, Πλατεία Νερού
8) Robbie Williams, 2 Οκτωβρίου, Παναθηναϊκό Στάδιο (Καλλιμάρμαρο)
9) Άννα Βίσση, 13 & 14 Σεπτεμβρίου 2025, Παναθηναϊκό Στάδιο (Καλλιμάρμαρο)
10) Αφιέρωμα για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη, Τετάρτη 25 Ιουνίου 2025, Παναθηναϊκό Στάδιο (Καλλιμάρμαρο)
Οι μουσικές απώλειες της χρονιάς
Μανώλης Λιδάκης
Ο Μανώλης Λιδάκης, κατά κόσμον Εμμανουήλ Σπυρλιδάκης, γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1960 στο Ηράκλειο της Κρήτης και υπήρξε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και ιδιαίτερες φωνές του έντεχνου και λαϊκού τραγουδιού. Από πολύ μικρή ηλικία μπήκε στον κόσμο της μουσικής, δείχνοντας νωρίς πως δεν χωρούσε εύκολα σε καλούπια, τόσο ως ερμηνευτής όσο και ως καλλιτεχνική παρουσία.
Από τα πρώτα του βήματα φάνηκε το εύρος του ρεπερτορίου του και η άνεση με την οποία κινούνταν ανάμεσα σε διαφορετικά μουσικά είδη. Συνεργάστηκε με σημαντικούς δημιουργούς της ελληνικής σκηνής και κατάφερε να αφήσει το προσωπικό του αποτύπωμα σε κάθε τραγούδι που ερμήνευσε, με μια φωνή βαθιά, μελαγχολική και ταυτόχρονα ανθρώπινη, που έμοιαζε να κουβαλά εμπειρίες και συναισθήματα.
Η πορεία του κράτησε δεκαετίες και περιλάμβανε δίσκους, ζωντανές εμφανίσεις και συμμετοχές σε τηλεοπτικές εκπομπές, μέσα από τις οποίες τον γνώρισε και τον αγάπησε ένα πολύ ευρύ κοινό. Δεν ήταν ποτέ απλώς ένας τραγουδιστής της εποχής του, αλλά μια σταθερή παρουσία που συνόδευσε διαφορετικές γενιές ακροατών.
Ο θάνατός του στις 26 Φεβρουαρίου 2025, λίγες μόλις ημέρες πριν συμπληρώσει τα 65 του χρόνια, άφησε ένα έντονο κενό. Πίσω του μένει μια πλούσια δισκογραφία και μια φωνή που θα συνεχίσει να συγκινεί, να θυμίζει και να συνοδεύει στιγμές, όπως κάνουν μόνο οι πραγματικά αγαπημένοι καλλιτέχνες.
Kαιτυ Γκρέΰ
Η Καίτη Γκρέυ, με πραγματικό όνομα Αγγελική Καλαϊτζή και γεννημένη ως Αθανασία Γκιζίλη, υπήρξε μια μορφή που δύσκολα χωρά σε απλές περιγραφές. Μια φωνή-σύμβολο του ελληνικού λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού, βαθιά δεμένη με μια ολόκληρη εποχή. Γεννήθηκε στις 14 Μαΐου 1924 στους Μυτιληνιούς της Σάμου και από νωρίς φάνηκε πως κουβαλούσε μέσα της μια ένταση και μια αλήθεια που δεν περνούσαν απαρατήρητες.Η πορεία της δεν ξεκίνησε κατευθείαν από το τραγούδι, αφού αρχικά δοκίμασε τις δυνάμεις της ως ηθοποιός. Πολύ σύντομα, όμως, η φωνή της βρήκε τον φυσικό της χώρο και εκεί άρχισε να γράφεται η ιστορία. Στο τραγούδι γνώρισε τεράστια επιτυχία και έγινε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες παρουσίες της σκηνής, με μια ερμηνεία γεμάτη πάθος, δύναμη και βιωμένο συναίσθημα.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας της ηχογράφησε περισσότερα από 1.500 τραγούδια και συνεργάστηκε με κορυφαίους συνθέτες και τραγουδιστές της εποχής της. Τη δεκαετία του ’50 και του ’60 υπήρξε από τις πιο αγαπημένες και ακριβοπληρωμένες φωνές, με τραγούδια που ακούστηκαν ξανά και ξανά και πέρασαν σχεδόν αυτόματα στη συλλογική μνήμη. Η παρουσία της δεν ήταν απλώς επιτυχημένη, ήταν καθοριστική για το λαϊκό τραγούδι.Η Καίτη Γκρέυ έφυγε από τη ζωή στις 19 Ιανουαρίου 2025, σε ηλικία 100 ετών, κλείνοντας έναν κύκλο ζωής γεμάτο δημιουργία και προσφορά στον ελληνικό πολιτισμό. Άφησε πίσω της μια βαριά κληρονομιά, τραγούδια που συνεχίζουν να συγκινούν και μια φωνή που δύσκολα θα ξεχαστεί, όσο κι αν περνούν τα χρόνια.
Διονύσης Σαββόπουλος
Ο Διονύσης Σαββόπουλος υπήρξε ένας από τους πιο καθοριστικούς τραγουδοποιούς της σύγχρονης ελληνικής μουσικής και το όνομά του συνδέθηκε όσο λίγα με ολόκληρες εποχές. Γεννημένος στις 2 Δεκεμβρίου 1944 στη Θεσσαλονίκη, κατάφερε από νωρίς να διαμορφώσει μια προσωπική γλώσσα έκφρασης, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά, που μιλούσε κατευθείαν στον ακροατή και δεν φοβόταν να πάρει θέση.
Η μουσική του κινήθηκε με άνεση ανάμεσα στο ροκ, το λαϊκό και το ρεμπέτικο, χωρίς ποτέ να εγκλωβίζεται σε ένα είδος. Αυτό που τον ξεχώρισε, όμως, ήταν ο τρόπος με τον οποίο έντυνε αυτές τις μουσικές με πολιτικά, ποιητικά και βαθιά υπαρξιακά κείμενα. Τα τραγούδια του έγιναν φωνή αντίστασης και σχολιασμού, ιδιαίτερα στα δύσκολα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου και της μεταδικτατορικής Ελλάδας, συνοδεύοντας γενιές που αναζητούσαν νόημα, ταυτότητα και ελευθερία.
Με δεκάδες δισκογραφικές δουλειές και αμέτρητες συναυλίες σε όλη τη χώρα, άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική μουσική κουλτούρα. Δεν ήταν απλώς ένας καλλιτέχνης με επιτυχίες, αλλά ένας δημιουργός που επηρέασε τον τρόπο που ακούμε, σκεφτόμαστε και συζητάμε τη μουσική. Τα τραγούδια του συνέχισαν να ακούγονται, να ερμηνεύονται ξανά και να αποκτούν νέο νόημα με το πέρασμα του χρόνου.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 21 Οκτωβρίου 2025, σε ηλικία 80 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα έργο ζωντανό και ανήσυχο, όπως ήταν και ο ίδιος. Ένα έργο που δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν, αλλά συνεχίζει να εμπνέει, να προβληματίζει και να συνοδεύει όσους έχουν ανάγκη τη μουσική ως τρόπο έκφρασης και στάσης ζωής.
Αχιλλέας Θεοφίλου
Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Μυτιλήνη το 1940, ο Αχιλλέας Θεοφίλου κουβαλούσε από νωρίς μια ανήσυχη ματιά για τον κόσμο, που τον οδήγησε να σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στη Γενεύη και Κοινωνιολογία στο Παρίσι, στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας στην Ελλάδα. Οι σπουδές αυτές δεν ήταν απλώς ένα τυπικό βιογραφικό στοιχείο, αλλά κομμάτι της ευρύτερης σκέψης και της ευαισθησίας με την οποία αργότερα προσέγγισε τη μουσική και τους ανθρώπους της.
Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα και ξεκίνησε να εργάζεται στη Minos EMI, σε μια περίοδο που η ελληνική δισκογραφία βρισκόταν σε έντονη δημιουργική άνθηση. Εκεί εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο σημαντικούς και ουσιαστικούς παραγωγούς της ελληνικής μουσικής σκηνής, με καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση ήχων, καλλιτεχνικών ταυτοτήτων και ολόκληρων δισκογραφικών εποχών. Η ματιά του δεν ήταν ποτέ στενά εμπορική, αλλά βαθιά ανθρώπινη και καλλιτεχνική.
Στην πορεία του συνεργάστηκε με μερικούς από τους σπουδαιότερους Έλληνες καλλιτέχνες, όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Αντώνης Βαρδής, ο Γιάννης Πάριος, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Νίκος Ξυλούρης, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Λοΐζος. Ιδιαίτερα με τον Μάνο Λοΐζο τους συνέδεε μια βαθιά, σχεδόν αδελφική φιλία, που ξεπερνούσε τα στενά όρια της επαγγελματικής συνεργασίας. Το αποτύπωμά του, ωστόσο, απλώνεται πολύ πιο πλατιά, αγγίζοντας ονόματα όπως η Χαρούλα Αλεξίου, ο Στράτος Διονυσίου, η Ρίτα Σακελλαρίου, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Άννα Βίσση, ο Γιάννης Σπανός, ο Δήμος Μούτσης, ο Απόστολος Καλδάρας και ο Βασίλης Τσιτσάνης, μεταξύ πολλών άλλων.
Η ζωή του συνδέθηκε και προσωπικά με τη Χαρούλα Αλεξίου, με την οποία υπήρξαν παντρεμένοι και μαζί υιοθέτησαν ένα παιδί, τον Μάνο, που πήρε το όνομά του από τον Μάνο Λοΐζο. Παρότι ο γάμος τους δεν κράτησε, οι σχέσεις τους παρέμειναν εξαιρετικές, με σεβασμό και εκτίμηση που άντεξαν στον χρόνο, κάτι σπάνιο και ενδεικτικό του χαρακτήρα του.Ο Αχιλλέας Θεοφίλου έφυγε από τη ζωή στις 20 Μαΐου 2025, σε ηλικία 85 ετών. Πίσω του άφησε όχι μόνο μια τεράστια παρακαταθήκη στη δισκογραφία, αλλά και την αίσθηση ότι υπήρξε ένας άνθρωπος που στάθηκε δίπλα στους καλλιτέχνες, πίστεψε στη μουσική τους και βοήθησε να γεννηθούν έργα που ακόμα μας συντροφεύουν.
Πετρολούκας Χαλκιάς
Ο Πετρολούκας Χαλκιάς γεννήθηκε το 1934 στο Δελβινάκι Ιωαννίνων και από πολύ νωρίς η ζωή του ταυτίστηκε με τον ήχο του κλαρίνου. Ξεκίνησε να ασχολείται με το όργανο μόλις στα 11 του χρόνια, κόντρα μάλιστα στην αρχική άρνηση του πατέρα του, Περικλή, ο οποίος ήταν ήδη ένας από τους σπουδαιότερους μουσικούς της περιοχής. Μαθήτευσε δίπλα στον Φίλιππα Ρούντα, τον θρυλικό «καλύτερο κλαρίνο του Ζαγορίου», που διέκρινε αμέσως το ταλέντο του και στάθηκε καθοριστικός στα πρώτα του βήματα. Με τη δική του στήριξη έκανε και την πρώτη του δημόσια εμφάνιση, σε μια ηλικία που για άλλους είναι απλώς παιδική.
Λίγο αργότερα βρέθηκε στην Αθήνα, όπου έπαιξε δίπλα στον πατέρα του και πραγματοποίησε την πρώτη του ραδιοφωνική εμφάνιση, ανοίγοντας σιγά σιγά τον δρόμο για μια πορεία που έμελλε να ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα. Το 1960 μετανάστευσε στην Αμερική, όπου έζησε για περίπου είκοσι χρόνια και αφιερώθηκε στο να διαδώσει την ελληνική παραδοσιακή μουσική, κρατώντας ζωντανό τον ήχο της Ηπείρου στις κοινότητες των Ελλήνων της διασποράς αλλά και πέρα από αυτές.
Το 1979 επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Από εκεί και μετά η παρουσία του ήταν συνεχής και ουσιαστική, με εμφανίσεις σε γνωστά μουσικά κέντρα, συναυλίες σε όλη τη χώρα, συμμετοχές σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά και σε ηχογραφήσεις και δίσκους με σπουδαίους καλλιτέχνες. Το παίξιμό του, βαθιά βιωματικό και γεμάτο συναίσθημα, τον καθιέρωσε ως μία από τις σημαντικότερες μορφές της παραδοσιακής μουσικής.
Ο Πετρολούκας Χαλκιάς έφυγε από τη ζωή στις 15 Ιουνίου 2025, σε ηλικία 90 ετών. Άφησε πίσω του έναν ήχο αναγνωρίσιμο από την πρώτη νότα και μια παρακαταθήκη που συνεχίζει να συγκινεί και να διδάσκει, θυμίζοντας πως η παράδοση δεν είναι κάτι στατικό, αλλά κάτι που ζει και αναπνέει μέσα από ανθρώπους σαν κι αυτόν.
Στέλλα Γκρέκα
Ήταν η μεγαλύτερη εν ζωή ηθοποιός στην Ελλάδα και μια μορφή που συνδύασε τη δόξα με τη σπάνια τύχη της μακροημέρευσης. Η Στέλλα Γκρέκα γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1922 και, παρότι εμφανίστηκε κατά διαστήματα στον κινηματογράφο και στο θέατρο ως ηθοποιός, η διαδρομή που τελικά τη σημάδεψε ήταν εκείνη του τραγουδιού. Μια πορεία σύντομη σε διάρκεια, αλλά έντονη και απολύτως χαρακτηριστική της εποχής της.
Μεγάλωσε μέσα σε μια φτωχή οικογένεια με εννέα παιδιά. Ο πατέρας της ήταν σκηνογράφος και, χάρη στις επαφές του, βρισκόταν κοντά σε σημαντικούς ανθρώπους του καλλιτεχνικού χώρου, όπως ο Παντελής Χορν. Η ίδια εμφανίστηκε πολύ νωρίς στη μουσική σκηνή της Αθήνας και ήδη από την ηλικία των οκτώ ετών ο αθηναϊκός Τύπος είχε αρχίσει να γράφει για εκείνη, αναγνωρίζοντας μια ξεχωριστή παρουσία με ιδιαίτερη φωνή και χάρη.
Το 1942 παντρεύτηκε τον ποιητή και σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκο, ο οποίος της έδωσε και το καλλιτεχνικό της όνομα, Στέλλα Γκρέκα, αφού η ίδια δεν επιθυμούσε να εμφανίζεται ως Στέλλα Λάσκου. Στα χρόνια που ακολούθησαν ηχογράφησε τραγούδια που έμειναν κλασικά, συνεργαζόμενη με σπουδαίους δημιουργούς. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα «Πάμε στο άγνωστο», «Χθες το βράδυ», «Γύρισε», «Τι κι αν χαθείς» και «Το τραγούδι της Μαρίνας». Παράλληλα, πήρε και αποφάσεις που αργότερα η ίδια παραδέχτηκε πως μετάνιωσε. Αρνήθηκε να ηχογραφήσει το «Δυο πράσινα μάτια» το 1945, θεωρώντας τους στίχους του Κώστα Κιούση αφελείς, καθώς και το «Λίγες καρδιές αγαπούνε» το 1946. Το τελευταίο δόθηκε τελικά στον τότε άγνωστο Τώνη Μαρούδα από τον Μιχάλη Σουγιούλ και έγινε η πρώτη μεγάλη του επιτυχία.
Η δισκογραφική της παρουσία περιορίστηκε ουσιαστικά στη διετία 1946-1947. Την ίδια περίοδο τραγουδούσε και στο ραδιόφωνο, με τη συνοδεία του Κώστα Γιαννίδη, και λέγεται πως η φωνή της είχε γοητεύσει ακόμα και τον βασιλιά Παύλο. Παράλληλα, ο Ορέστης Λάσκος την έπεισε να ασχοληθεί και με τον κινηματογράφο, ξεκινώντας με την ταινία «Ραγισμένες καρδιές» το 1945. Αρχικά, η Γκρέκα προοριζόταν να πρωταγωνιστήσει στα «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα, δίπλα στον Αττίκ και τον Δημήτρη Χορν, όμως τελικά ακολούθησε την επιλογή του συζύγου της και συμμετείχε στο δικό του φιλμ.
Στη συνέχεια εμφανίστηκε στην ταινία «Πρόσωπα λησμονημένα» του Τζαβέλλα το 1946, πλάι σε μεγάλες μορφές του θεάτρου και του κινηματογράφου όπως ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Γιώργος Παππάς και ο Λάμπρος Κωνσταντάρας. Παρά το ισχυρό καστ, ο ίδιος ο σκηνοθέτης χαρακτήρισε αργότερα την ταινία ως τη μεγαλύτερη αποτυχία του. Η κινηματογραφική της διαδρομή ολοκληρώθηκε με την ταινία «Μαρίνα», όπου ανέλαβε ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο. Το φιλμ, σε σενάριο των Σακελλάριου και Γιαννακόπουλου και σκηνοθεσία του πρώτου, ήταν παραγωγή του Φιλοποίμενα Φίνου και προβλήθηκε τον Μάρτιο του 1947. Στο πλευρό της βρέθηκαν ο Δημήτρης Μυράτ και ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, σε ένα απλό ρομάντζο που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, κυρίως χάρη στη σκηνοθετική ματιά του Αλέκου Σακελλάριου.
Η Στέλλα Γκρέκα έζησε μια ζωή γεμάτη τέχνη, επιλογές, επιτυχίες και χαμένες ευκαιρίες, αφήνοντας πίσω της μια χαρακτηριστική εικόνα μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής όπου η λάμψη μπορούσε να είναι σύντομη, αλλά αρκούσε για να γίνει διαχρονική.
Τι γεύση μου άφησε μουσικά το 2025;
Το 2025 μου άφησε μια γεύση γλυκόπικρη αλλά έντονη, σαν εκείνα τα τραγούδια που δεν σε κερδίζουν με την πρώτη αλλά σε ακολουθούν για μέρες. Δεν ήταν χρονιά εντυπωσιασμού ή μεγάλων “χτυπημάτων”, περισσότερο έμοιαζε με εσωτερική ακρόαση, με επιστροφή στο συναίσθημα και στην ανάγκη για αλήθεια, είτε μιλάμε για ελληνικές κυκλοφορίες είτε για ξένες. Υπήρχε μια κούραση στον αέρα, μια συλλογική κόπωση, και αυτό φάνηκε στη μουσική που προτίμησα να ακούω. Λιγότερος θόρυβος, περισσότερη ουσία, φωνές που δεν προσποιούνται και ήχοι που δεν ζητάνε να αρέσουν σε όλους!
Ταυτόχρονα, το 2025 είχε κάτι παρήγορο. Μου θύμισε γιατί αγάπησα τη μουσική εξαρχής, όχι σαν προϊόν αλλά σαν συντροφιά. Ανακάλυψα μικρά διαμάντια που δεν έπαιξαν παντού, καλλιτέχνες που δεν φώναζαν αλλά ψιθύριζαν ακριβώς ό,τι χρειαζόμουν να ακούσω. Ίσως τελικά αυτή να είναι η γεύση που μένει περισσότερο: όχι ο ενθουσιασμός της στιγμής, αλλά εκείνη η ήσυχη πληρότητα όταν ένα τραγούδι κουμπώνει πάνω σου την κατάλληλη ώρα και νιώθεις ότι, έστω και για λίγο, όλα βγάζουν νόημα.
Να ευχηθώ σε όλους καλή χρονιά να συνεχίσετε να ακούτε την μουσική που σας εκφράζει και φυσικά να ακολουθείτε το anthem.gr σε podcasts, άρθρα αλλά και ραδιοφωνικά κάθε Τετάρτη 7-9 με το Anthems Radio Show στο favelaradio.gr!
